γυναικολόγος


γυναικολόγος
[гинэкологос] ουσ. а. гинеколог,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "γυναικολόγος" в других словарях:

  • γυναικολόγος, ο — η γιατρός ειδικός στη γυναικολογία: Ο γυναικολόγος τής ανακοίνωσε ότι περιμένει παιδί …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γυναικολόγος — ο, η γιατρός ειδικευμένος στη γυναικολογία …   Dictionary of Greek

  • -λόγος — (AM λόγος) β συνθετικό πολλών παροξύτονων ονομάτων και επιθέτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής που δηλώνουν αυτόν που λέει ό,τι δηλώνει το α συνθετικό (αισχρολόγος «αυτός που μιλάει αισχρά», ευφυολόγος «αυτός που λέει έξυπνα αστεία») ή αυτόν που …   Dictionary of Greek

  • ασηψία — Η πλήρης απουσία παθογόνων μικροβίων και σαπροφύτων. Η α. αποτελεί αρκετά πρόσφατη κατάκτηση της ιατρικής και κυρίως της χειρουργικής. Οι πρώτες προσπάθειες ανάγονται στις αρχές του 19ου αι. και απέβλεπαν στην καταστροφή με διάφορες χημικές ή… …   Dictionary of Greek

  • ηρών — I Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Φιλόσοφος (5ος αι. π.Χ.). Έζησε στην Αλεξάνδρεια και σύμφωνα με το λεξικό Σούδα ήταν δάσκαλος του Πρόκλου. 2.Γιατρός (3ος αι. π.Χ.). Έζησε στην Αλεξάνδρεια και εργάστηκε ως οφθαλμίατρος αλλά και ως μαιευτήρας και… …   Dictionary of Greek

  • Πετσάλης — Επώνυμο αρχοντικής οικογένειας της Ηπείρου, η οποία πήρε μέρος στην ίδρυση της Πάργας (14ος αι.). Μέλη της οικογένειας αναφέρονται ως πρωθιερείς και ως προεστοί της Πάργας κατά τους ηρωικούς της αγώνες εναντίον του Αλή Πασά. Από την οικογένεια… …   Dictionary of Greek

  • μαιευτήρας — ο ειδικός γιατρός που ξεγεννάει τις έγκυες γυναίκες, ο γυναικολόγος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)